Παρατηρώντας τη σημερινή εποχή, αυτό που διακρίνω είναι πως υπάρχει ένα διάχυτο μίσος που κινείται με ραγδαίους ρυθμούς εντός της κοινωνίας. Μπορεί να το δει κανείς από τα σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μέχρι τα τηλεοπτικά παράθυρα και τον τρόπο που οδηγούμε. Όλοι είναι έτοιμοι να επιτεθούν, σε μια κατάσταση που παρομοιάζεται με εύφλεκτο υλικό, το οποίο θέλει μόνο μια αφορμή για να εκραγεί.
Πώς έφτασε όμως η ελληνική κοινωνία σε αυτό το σημείο;
Θα ξεκινήσω μιλώντας για την οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2010. Από τότε η χώρα μας πέρασε τα πάνδεινα όσον αφορά τις περικοπές στο δημόσιο, πολλές εταιρείες έκλεισαν και πολλοί συμπολίτες μας έμειναν άνεργοι. Να σημειώσουμε σε αυτό το σημείο πως, παρόλο που οι συνθήκες έχουν σταθεροποιηθεί ως ένα βαθμό, τα ελληνικά νοικοκυριά δεν έχουν καταφέρει να φτάσουν ακόμα στα οικονομικά επίπεδα που υπήρχαν πριν την κρίση. Αν συνυπολογίσουμε και την αύξηση του πληθωρισμού, ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας φτωχαίνει συνεχώς και αδιαλείπτως.
Σε αυτόν το συλλογισμό θα προσθέσω και τον τρόπο που οι περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι περισσότεροι τα αξιοποιούν προβάλλοντας μια εξιδανικευμένη εικόνα του εαυτού τους. Έχει δημιουργηθεί ένας τύπος ανθρώπου που περνάει τέλεια, δεν έχει ποτέ οικονομικά προβλήματα, περιτριγυρίζεται από φίλους και εραστές, ταξιδεύοντας συνεχώς σε νέα μέρη. Ζει, δηλαδή, μια φανταστική ζωή. Αυτή η τέλεια εκδοχή, όταν καταναλώνεται ως εύπεπτο υλικό από άτομα που δεν έχουν καταφέρει να αποκτήσουν κάποια οικονομική ισχύ, γεννάει συναισθήματα φθόνου. Η ερώτηση που αναδύεται είναι: «Γιατί να το έχει αυτός και όχι εγώ;»
Αν εξετάσουμε τη ψυχική λειτουργία του φθόνου, της οργής και παρόμοιων στάσεων ζωής, μπορούμε να πούμε πως είναι ένας ανώριμος τρόπος συναισθηματικής ανταπόκρισης προς την πραγματικότητα, αλλά συνάμα και πολύ εύκολος, ώστε να γίνει μέσο έκφρασης. Και θα εξηγήσω το λόγο: Διοχετεύοντας μίσος, δεν αναλύεις σε βαθύτερο βαθμό τα συναισθήματά σου και αποφεύγεις να γνωρίσεις τον εαυτό σου. Απομακρύνεσαι από την ευθύνη να δράσεις συλλογικά και ατομικά έχοντας ένα όραμα, αλλά και από τον κόπο που πρέπει να καταβάλεις για να δημιουργήσεις κάτι. Άρα, αν το σκεφτούμε βαθύτερα, το μίσος είναι ένας εύκολος δρόμος που ανακουφίζει σαν ασπιρίνη στο παρόν, αλλά ποτέ δεν θα συνεισφέρει στη δημιουργία ενός ομορφότερου κόσμου.
Θα αναρωτηθεί κάποιος αν υπάρχει εναλλακτικός δρόμος. Και η απάντηση είναι πως φυσικά υπάρχει: Να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και να μετουσιώσουμε τα συναισθήματά μας σε δημιουργία. Την στιγμή που είμαστε έτοιμοι να γράψουμε ένα εμπαθές σχόλιο ή να κάνουμε ένα δηλητηριώδες σχόλιο σε μια κουβέντα, να συλλογιστούμε τι μπορώ να πράξω εγώ για μένα, ώστε να προσφέρω στον εαυτό μου και στην κοινωνία κάτι ουσιαστικό. Αν συμπεριφερόμαστε έτσι, δεν θα αργήσει η στιγμή που το μίσος για τους άλλους θα μετατραπεί σε αγάπη για τη ζωή
